Επιλογές αναζήτησης
Η ΕΚΤ Ενημέρωση Επεξηγήσεις Έρευνα & Εκδόσεις Στατιστικές Νομισματική πολιτική Το ευρώ Πληρωμές & Αγορές Θέσεις εργασίας
Προτάσεις
Εμφάνιση κατά

Συνοπτική παρουσίαση

Η πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) έχει προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα σε παγκόσμιο επίπεδο και σε επίπεδο ζώνης ευρώ από τις αρχές του 2020. Έπειτα από σημαντική πτώση το α΄ τρίμηνο, το πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ μειώθηκε κατά 11,8% το β΄ τρίμηνο, αν και αυτή η μείωση ήταν μικρότερη από ό,τι αναμενόταν στις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020. Αυτή η πρωτοφανής κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας αντανακλά τον αρνητικό αντίκτυπο των αυστηρών μέτρων αναστολής της δραστηριότητας επιχειρήσεων και περιορισμού των μετακινήσεων (μέτρων καραντίνας) που εφαρμόστηκαν στις περισσότερες χώρες της ζώνης του ευρώ στα μέσα Μαρτίου. Ο αντίκτυπος μετριάστηκε στη συνέχεια από τη σταδιακή χαλάρωση αυτών των μέτρων από τον Μάιο και μετά, καθώς και από τις μεταβολές στη συμπεριφορά ως απάντηση στην πανδημία. Οι δείκτες υψηλής συχνότητας σε πραγματικό χρόνο άρχισαν να ανακάμπτουν τον Μάιο. Αυτό υποδηλώνει μια ισχυρή, αν και ακόμη όχι πλήρη, ανάκαμψη του πραγματικού ΑΕΠ, το οποίο, σύμφωνα με τις προβολές, θα αυξηθεί κατά 8,4% το γ΄ τρίμηνο. Στη συνέχεια, το βασικό σενάριο στηρίζεται στην κρίσιμη υπόθεση ότι θα υπάρξει μερική επιτυχία στη συγκράτηση του ιού και ότι θα σημειωθεί επανεμφάνιση κάποιων κρουσμάτων τα προσεχή τρίμηνα, καθιστώντας αναγκαία τη συνεχή εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, αν και σε μικρότερη έκταση σε σχέση με το πρώτο κύμα, μέχρις ότου καταστεί διαθέσιμη ιατρική λύση μέχρι τα μέσα του 2021. Αυτά τα περιοριστικά μέτρα, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα και την επιδείνωση των συνθηκών στις αγορές εργασίας, αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά την προσφορά και τη ζήτηση. Ωστόσο, η σημαντικού μεγέθους στήριξη από τη νομισματική και τη δημοσιονομική πολιτική καθώς και από την πολιτική για την αγορά εργασίας – πολιτικές που ενισχύθηκαν όλες μετά τις μακροοικονομικές προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος για τη ζώνη του ευρώ του Ιουνίου 2020 – εκτιμάται ότι θα διατηρήσει τα εισοδήματα και ότι θα περιορίσει τα μονιμότερα τραύματα στην οικονομία μετά την επίλυση της υγειονομικής κρίσης. Το βασικό σενάριο υποθέτει επίσης ότι οι εν λόγω πολιτικές θα κατορθώσουν να αποτρέψουν τη σοβαρή μεγέθυνση των επιδράσεων μέσω των χρηματοπιστωτικών διαύλων. Με βάση αυτές τις υποθέσεις, το πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να μειωθεί κατά 8,0% το 2020 και να ανακάμψει μερικώς κατά 5,0% το 2021 και κατά 3,2% το 2022. Στο τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής, το επίπεδο του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδο κατά 3½% χαμηλότερο από αυτό που αναμενόταν στις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου 2019 που καταρτίστηκαν πριν από την κρίση την πανδημίας COVID-19.

Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα η προηγούμενη κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου, η ανατίμηση του ευρώ και η προσωρινού χαρακτήρα μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία υποδηλώνουν ότι ο μετρούμενος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) της ζώνης του ευρώ θα διαμορφωθεί γύρω από το μηδέν τους επόμενους μήνες. Το 2021 οι επιδράσεις της βάσης σύγκρισης στη συνιστώσα της ενέργειας και, σε μικρότερο βαθμό, η αναμενόμενη αντιστροφή της μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία θα επιφέρουν μηχανιστικά εκ νέου ενίσχυση του πληθωρισμού. Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής αναμένεται, βάσει των προβολών, να μειωθεί μέχρι το τέλος του έτους. Μειωτικές επιδράσεις στον πληθωρισμό αναμένεται να προέλθουν από ευρύ φάσμα τομέων των υπηρεσιών και των αγαθών, καθώς η ζήτηση παραμένει υποτονική. Ωστόσο, οι συνεχείς ανοδικές πιέσεις στις τιμές που σχετίζονται με περιορισμούς από την πλευρά της προσφοράς αναμένεται να αντισταθμίσουν εν μέρει αυτές τις επιδράσεις. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο πληθωρισμός αναμένεται, βάσει των προβολών, να αυξηθεί: οι τιμές του πετρελαίου, βάσει των υποθέσεων, θα σημειώσουν άνοδο και η ζήτηση εκτιμάται ότι θα ανακάμψει, παρά τις μειούμενες ανοδικές πιέσεις λόγω των δυσμενών επιδράσεων από την πλευρά της προσφοράς που σχετίζονται με την πανδημία και παρά την ανατίμηση του ευρώ. Συνολικά, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) της ζώνης του ευρώ αναμένεται να αυξηθεί από 0,3% το 2020 σε 1,0% και 1,3% το 2021 και το 2022 αντίστοιχα.[1]

Ενόψει της αβεβαιότητας όσον αφορά την εξέλιξη της πανδημίας, έχουν καταρτιστεί δύο εναλλακτικά σενάρια. Στο ήπιο σενάριο η διαταραχή θεωρείται προσωρινή, με μια ταχεία εφαρμογή ιατρικής λύσης που θα επιτρέψει την περαιτέρω χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο το πραγματικό ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 7,2% κατά το τρέχον έτος και στη συνέχεια θα αρχίσει να ανακάμπτει έντονα το 2021. Στο τέλος του χρονικού ορίζοντα, το πραγματικό ΑΕΠ θα υπερβεί ελαφρώς το επίπεδο που αναμενόταν στις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου 2019 και ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί σε 1,8% το 2022. Αντιθέτως, το δυσμενές σενάριο, που υποθέτει ισχυρή αναζωπύρωση της πανδημίας, συνεπάγεται επαναφορά των αυστηρών περιοριστικών μέτρων. Αυτά τα μέτρα θα έχουν σημαντική δυσμενή επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, η οποία θα υποστεί σοβαρές και μόνιμες απώλειες. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, το πραγματικό ΑΕΠ μειώνεται κατά 10% το 2020. Στο τέλος του χρονικού ορίζοντα, διαμορφώνεται κατά περίπου 9% χαμηλότερα από το επίπεδό του στις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου 2019, ενώ ο πληθωρισμός διαμορφώνεται μόλις σε 0,7% το 2022.

1 Βασικές υποθέσεις και μέτρα πολιτικής στα οποία στηρίζονται οι προβολές

Το βασικό σενάριο στηρίζεται σε μια σειρά από κρίσιμες υποθέσεις όσον αφορά την εξέλιξη της πανδημίας. Σύμφωνα με τις υποθέσεις, η νέα έξαρση των κρουσμάτων που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες σε ορισμένες περιφέρειες της Ευρώπης θα επεκταθεί και θα εντατικοποιηθεί τα προσεχή τρίμηνα, καθιστώντας αναγκαία τη συνεχή εφαρμογή περιοριστικών μέτρων ή/και τη μεταβολή της συμπεριφοράς των οικονομικών παραγόντων. Χάρη στην εμπειρία που αποκτήθηκε για τον τρόπο αντιμετώπισης της πανδημίας, αυτά τα μέτρα θα γίνουν, σύμφωνα με τις υποθέσεις, πιο αποτελεσματικά, προκαλώντας μικρότερο οικονομικό κόστος σε σύγκριση με τα μέτρα του πρώτου κύματος. Επιπλέον, διατυπώνεται η υπόθεση ότι θα έχει εξευρεθεί ικανοποιητική ιατρική λύση (π.χ. εμβόλιο) μέχρι τα μέσα του 2021 και ότι το εμβόλιο θα αρχίσει να χορηγείται σταδιακά μέχρι το τέλος του 2021. Σύμφωνα με τις υποθέσεις, η οικονομική ανάκαμψη θα επικεντρωθεί αρχικά κυρίως στον τομέα της μεταποίησης και σε ορισμένους τομείς υπηρεσιών, ενώ άλλες υπηρεσίες, π.χ. οι τέχνες, η ψυχαγωγία, οι υπηρεσίες καταλύματος και αναψυχής, θα συνεχίσουν να επηρεάζονται ιδιαίτερα δυσμενώς. Παρόμοιες υποθέσεις σχετικά με την εξέλιξη της πανδημίας αποτελούν τη βάση των διεθνών προβλέψεων (βλ. Πλαίσιο 2).

Τα σημαντικά μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και τα μέτρα πολιτικής για την αγορά εργασίας θα συμβάλουν στη στήριξη των εισοδημάτων και στη μείωση των περιπτώσεων απώλειας θέσεων εργασίας και χρεοκοπίας και θα επιτύχουν σε μεγάλο βαθμό να συγκρατήσουν τις αρνητικές επιδράσεις ανατροφοδότησης μεταξύ πραγματικής οικονομίας και χρηματοπιστωτικού τομέα. Επιπλέον των μέτρων νομισματικής πολιτικής που έχει λάβει διαδοχικά η ΕΚΤ από τον Μάρτιο, συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής των παραμέτρων του έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (pandemic emergency purchase programme – PEPP) τον Ιούνιο, το βασικό σενάριο περιλαμβάνει δημοσιονομικά μέτρα που λαμβάνονται κατά τη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών στο πλαίσιο της πανδημικής κρίσης και ανέρχονται σε περίπου 4,5% του ΑΕΠ το 2020 (περίπου 1,0 εκατοστιαία μονάδα περισσότερο από ό,τι αναμενόταν στις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020). Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν εκτεταμένα σχήματα μείωσης του χρόνου εργασίας και επιδοτήσεις μισθών που αμβλύνουν την επίδραση της κατάρρευσης της δραστηριότητας στην απασχόληση και στα εισοδήματα από εργασία. Πιο συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις λαμβάνουν σημαντικές επιδοτήσεις και κεφαλαιακές μεταβιβάσεις. Παρότι η ισχύς ορισμένων δημοσιονομικών μέτρων παρατάθηκε και υιοθετήθηκαν νέες δέσμες μέτρων για το 2021 που συμπεριλαμβάνονται στο βασικό σενάριο, πολλά από τα έκτακτα δημοσιονομικά μέτρα που εφαρμόζονται επί του παρόντος είναι, σύμφωνα με τις υποθέσεις, προσωρινού χαρακτήρα. Επιπλέον, η μερική ή συνολική κάλυψη από κρατικές εγγυήσεις, ιδίως για δάνεια, που ανέρχονται σε συνολικό ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 20% του ΑΕΠ, αναμένεται να συμβάλει στην άμβλυνση των περιορισμών ρευστότητας. Ο αντίκτυπος του ταμείου ανάκαμψης Next Generation EU (NGEU) ύψους 750 δισεκ. ευρώ περιλαμβάνεται στο βασικό σενάριο στον βαθμό που έχει οδηγήσει σε μείωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε ορισμένες χώρες, καθώς και μέσω των επιδράσεων στην εμπιστοσύνη. Σε ό,τι αφορά τις υποθέσεις για τη δημοσιονομική πολιτική, το βασικό σενάριο αντανακλά μόνο την επίδραση του ταμείου στον βαθμό που ορισμένα εθνικά μέτρα που υιοθετήθηκαν πρόσφατα μπορεί να χρηματοδοτηθούν μέσω του ταμείου NGEU. Πέραν τούτου, οι προβολές του βασικού σεναρίου δεν περιλαμβάνουν μελλοντικά μέτρα που δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί και μπορεί να χρηματοδοτηθούν μέσω του προγράμματος NGEU, δεδομένης της αβεβαιότητας που περιβάλλει τα προγράμματα δημόσιων δαπανών στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Το σημαντικό είναι ότι τόσο τα μέτρα νομισματικής πολιτικής όσο και τα εργαλεία κρατικής δανειακής και κεφαλαιακής χρηματοδότησης λειτουργούν ως ανάχωμα, κυρίως μειώνοντας τους κινδύνους ακραίων καταστάσεων που συνδέονται με αρνητικές επιδράσεις ανατροφοδότησης μεταξύ πραγματικής οικονομίας και χρηματοπιστωτικού τομέα. Ωστόσο, η μείωση των κερδών για τις επιχειρήσεις μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες περιπτώσεις αφερεγγυότητας και τριβές στις αγορές πιστώσεων με αποτέλεσμα μεγέθυνση των δυσμενών επιδράσεων μέσω των χρηματοπιστωτικών διαύλων, ιδίως μετά τη λήξη των κρατικών εγγυήσεων για δάνεια. Γι’ αυτό, το βασικό σενάριο περιλαμβάνει κάποιες περιορισμένου μεγέθους επιδράσεις λόγω αυστηρότερων συνθηκών χρηματοδότησης.

2 Πραγματική οικονομία

Το πραγματικό ΑΕΠ κατέγραψε πρωτοφανή μείωση το β΄ τρίμηνο του 2020. Σύμφωνα με την Eurostat, το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 11,8% το β΄ τρίμηνο, συνεχίζοντας τη μείωση που σημειώθηκε το α΄ τρίμηνο και ωθώντας το πραγματικό ΑΕΠ σε επίπεδο κατά 15% περίπου χαμηλότερο σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2019 (βλ. Διάγραμμα 1). Όλες οι χώρες της ζώνης του ευρώ κατέγραψαν έντονα αρνητικούς τριμηνιαίους ρυθμούς ανάπτυξης το β΄ τρίμηνο, ιδίως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, μεταξύ των μεγαλύτερων χωρών. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι αυτοκινητοβιομηχανίες, τα επενδυτικά αγαθά, οι μεταφορές, καθώς και οι τέχνες και οι δραστηριότητες ψυχαγωγίας και αναψυχής κατέγραψαν τις μεγαλύτερες απώλειες το β΄ τρίμηνο, αν και σε διαφορετικό βαθμό από χώρα σε χώρα.

Διάγραμμα 1

Πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ

(τριμηνιαίες ποσοστιαίες μεταβολές, εποχικώς διορθωμένα στοιχεία και στοιχεία διορθωμένα βάσει των εργάσιμων ημερών)

Σημείωση: Δεδομένης της πρωτοφανούς μεταβλητότητας του πραγματικού ΑΕΠ στη διάρκεια του 2020, στο διάγραμμα παρουσιάζεται μια διαφορετική κλίμακα από τις αρχές του 2020 και μετά. Η κάθετη γραμμή υποδηλώνει την έναρξη του χρονικού ορίζοντα προβολής. Σε αυτό το άρθρο δεν παρουσιάζονται διαστήματα γύρω από τις προβολές. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι ο τυπικός υπολογισμός των διαστημάτων (με βάση τα ιστορικά σφάλματα των προβολών), υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα παρείχε αξιόπιστη ένδειξη της πρωτοφανούς αβεβαιότητας που περιβάλλει τις τρέχουσες προβολές. Αντιθέτως, προκειμένου να καταδειχθεί καλύτερα η τρέχουσα αβεβαιότητα, στο Πλαίσιο 3 παρουσιάζονται εναλλακτικά σενάρια με βάση διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με την μελλοντική εξέλιξη της πανδημίας COVID-19 και τα συνακόλουθα περιοριστικά μέτρα.

Οι δείκτες υψηλής συχνότητας καθώς και οι δείκτες μελλοντικών εξελίξεων υποδηλώνουν μια ισχυρή, αν και ακόμη ανολοκλήρωτη, ανάκαμψη της δραστηριότητας το γ΄ τρίμηνο. Δείκτες από έρευνες που καταρτίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς και οι Δείκτες Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν από τις κατώτατες τιμές στις οποίες είχαν διαμορφωθεί τον Απρίλιο του 2020. Ο σύνθετος δείκτης PMI για την παραγωγή ανέκαμψε σε μέσο επίπεδο 53,4 τον Ιούλιο/Αύγουστο από το χαμηλό 13,6 τον Απρίλιο και από 31,3 κατά μέσο όρο το β΄ τρίμηνο, σηματοδοτώντας ανάκαμψη του πραγματικού ΑΕΠ το γ΄ τρίμηνο. Οι δείκτες υψηλής συχνότητας, όπως η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, οι δείκτες κινητικότητας βάσει GPS ή οι πληρωμές μέσω πιστωτικών καρτών, άρχισαν να επανέρχονται στα προ κρίσης επίπεδα καθώς οι χώρες της ζώνης του ευρώ προχώρησαν στην άρση των μέτρων καραντίνας. Αυτό καταδεικνύει επίσης ισχυρή άνοδο του πραγματικού ΑΕΠ το γ' τρίμηνο. Συνολικά, η οικονομική δραστηριότητα το γ΄ τρίμηνο αναμένεται να αυξηθεί κατά 8,4%, ανακτώντας το ήμισυ περίπου της απώλειας που σημειώθηκε το α΄ εξάμηνο του έτους.

Παρά την υπόθεση για ενδεχόμενη νέα έξαρση της πανδημίας και διατήρηση ορισμένων περιοριστικών μέτρων, η ανάκαμψη αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να συνεχιστεί τα προσεχή τρίμηνα. Η περαιτέρω ανάκαμψη βασίζεται στην υπόθεση ότι ο αντίκτυπος των περιοριστικών μέτρων θα υποχωρήσει με αργό ρυθμό, η αβεβαιότητα θα μειωθεί σταδιακά, η εξωτερική ζήτηση θα ανακάμψει και οι πολιτικές θα είναι υποστηρικτικές. Ωστόσο, το πραγματικό ΑΕΠ θα ανακάμψει σταδιακά μόνο προς τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την κρίση. Αυτό υποδηλώνει ότι, στο τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής, το πραγματικό ΑΕΠ θα διαμορφωθεί κατά περίπου 3½% κάτω από το επίπεδο που αναμενόταν στις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου 2019, το οποίο θεωρείται ότι αντιστοιχεί στην πορεία που θα ακολουθούσε η οικονομία αν δεν υπήρχε η πανδημία COVID-19.

Πίνακας 1

Μακροοικονομικές προβολές για τη ζώνη του ευρώ

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

Σημείωση: Το πραγματικό ΑΕΠ και οι συνιστώσες του, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η μισθολογική δαπάνη ανά μισθωτό και η παραγωγικότητα της εργασίας βασίζονται σε εποχικώς διορθωμένα στοιχεία και στοιχεία διορθωμένα ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών. Σε αυτόν τον πίνακα δεν παρουσιάζονται διαστήματα γύρω από τις προβολές. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι ο τυπικός υπολογισμός των διαστημάτων (με βάση τα ιστορικά σφάλματα των προβολών), υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα παρείχε αξιόπιστη ένδειξη της πρωτοφανούς αβεβαιότητας που περιβάλλει τις τρέχουσες προβολές. Αντιθέτως, προκειμένου να καταδειχθεί καλύτερα η τρέχουσα αβεβαιότητα, στο Πλαίσιο 3 παρουσιάζονται εναλλακτικά σενάρια με βάση διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με την μελλοντική εξέλιξη της πανδημίας COVID-19 και τα συνακόλουθα περιοριστικά μέτρα.
1) Συμπεριλαμβάνει το εμπόριο μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ.

2) Ο υποδείκτης βασίζεται σε εκτιμήσεις των επιδράσεων της έμμεσης φορολογίας. Αυτός ενδέχεται να διαφέρει από τα στοιχεία της Eurostat, τα οποία υποθέτουν πλήρη και άμεση μετακύλιση των μεταβολών της φορολογίας στον ΕνΔΤΚ.
3) Υπολογίζεται ως το δημοσιονομικό αποτέλεσμα χωρίς τις πρόσκαιρες επιδράσεις του οικονομικού κύκλου και τα μέτρα προσωρινού χαρακτήρα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις. Το διαρθρωτικό αποτέλεσμα δεν αντανακλά τον δημοσιονομικό αντίκτυπο από τα προσωρινά μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία COVID-19.

Αν εξετάσουμε τις συνιστώσες του ΑΕΠ, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να καταγράψει πρωτοφανή μείωση κατά 8,0% το 2020. Η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε πολύ έντονα το α΄ εξάμηνο του 2020, με τις πωλήσεις αυτοκινήτων καθώς και τις δαπάνες για διακοπές και γεύματα σε εστιατόρια να έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα. Ενώ οι απώλειες του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος που σχετίζονται με τα μέτρα καραντίνας απορροφήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις δημόσιες μεταβιβάσεις, η μείωση της κατανάλωσης ενισχύθηκε από έναν συνδυασμό αναγκαστικής αποταμίευσης και αποταμίευσης για λόγους πρόνοιας. Αφενός, η αναγκαστική αποταμίευση οφείλεται στο γεγονός ότι τα νοικοκυριά των οποίων το εισόδημα δεν επηρεάστηκε δεν μπορούσαν να αγοράσουν μη αναγκαία αγαθά και υπηρεσίες. Αφετέρου, η αποταμίευση για λόγους πρόνοιας αυξήθηκε λόγω της απότομης μείωσης της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και της πρωτοφανούς αύξησης της αβεβαιότητας σχετικά με τις προοπτικές για την οικονομία και την απασχόληση.

Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να ανακάμψει έντονα το β΄ εξάμηνο του 2020, καθώς οι σημαντικού μεγέθους δημοσιονομικές μεταβιβάσεις εξακολουθούν να στηρίζουν το διαθέσιμο εισόδημα και η αποταμιευτική συμπεριφορά αρχίζει να εξομαλύνεται μετά τα μέτρα καραντίνας. Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται, βάσει των προβολών, να συνεχίσει να ανακάμπτει το 2021 και να υπερβεί τα προ της κρίσης επίπεδά της μόνο στη διάρκεια του 2022. Αυτή η ανάκαμψη θα στηριχθεί από την αναμενόμενη σταδιακή μείωση της αβεβαιότητας, ενώ η αυξημένη ανεργία και η σταδιακή εξάλειψη των καθαρών δημοσιονομικών μεταβιβάσεων θα επιδράσουν ανασταλτικά στην ανάκαμψη των καταναλωτικών δαπανών.

Πλαίσιο 1
Τεχνικές υποθέσεις όσον αφορά τα επιτόκια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων

Σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, οι τρέχουσες τεχνικές υποθέσεις περιλαμβάνουν σημαντικά υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, ανατίμηση της σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ και χαμηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Οι τεχνικές υποθέσεις που αφορούν τα επιτόκια και τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων βασίζονται στις προσδοκίες της αγοράς σύμφωνα με στοιχεία έως και τις 18 Αυγούστου 2020. Τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αφορούν το EURIBOR τριών μηνών, ενώ οι προσδοκίες της αγοράς εξάγονται από τα επιτόκια των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία, το μέσο επίπεδο αυτών των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων εκτιμάται σε -0,4% για το 2020 και σε -0,5% για το 2021 και το 2022. Οι προσδοκίες της αγοράς για τις ονομαστικές αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ υποδηλώνουν μέσο επίπεδο 0,1% για το 2020 και το 2021 και 0,2% για το 2022.[2] Σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, οι προσδοκίες της αγοράς για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια μειώθηκαν ελαφρώς, ενώ οι ονομαστικές αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά περίπου 30 μονάδες βάσης για την περίοδο 2021-22.

Όσον αφορά τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων, οι προβολές εξετάζουν τις μελλοντικές εξελίξεις που προκύπτουν από τις αγορές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση τον μέσο όρο του διαστήματος δύο εβδομάδων που έληξε στις 18 Αυγούστου 2020. Βάσει αυτών, η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent ανά βαρέλι εκτιμάται, βάσει των υποθέσεων, ότι θα μειωθεί από 64,0 δολάρια ΗΠΑ το 2019 σε 42,8 δολάρια ΗΠΑ το 2020 και θα αυξηθεί σε 49,2 δολάρια ΗΠΑ μέχρι το 2022. Αυτό συνεπάγεται ότι, σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, οι τιμές του πετρελαίου σε δολάρια ΗΠΑ είναι σημαντικά υψηλότερες σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα. Οι τιμές των μη ενεργειακών βασικών εμπορευμάτων σε δολάρια ΗΠΑ εκτιμάται, βάσει των υποθέσεων, ότι θα ανακάμψουν στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Βάσει των υποθέσεων, στον χρονικό ορίζοντα προβολής οι διμερείς συναλλαγματικές ισοτιμίες θα παραμείνουν αμετάβλητες στα μέσα επίπεδα που επικρατούσαν το διάστημα δύο εβδομάδων που έληξε στις 18 Αυγούστου 2020. Αυτό συνεπάγεται μέση συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ ανά ευρώ ίση προς 1,18 για την περίοδο 2021-22, η οποία είναι ελαφρώς υψηλότερη σε σχέση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020. Η υπόθεση για τη σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω κατά 3,1% σε σύγκριση με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020.

Τεχνικές υποθέσεις

1) Η σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ που χρησιμοποιήθηκε στις προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2020 αφορά 42 εμπορικούς εταίρους έναντι 38 εμπορικών εταίρων που χρησιμοποιήθηκαν στις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020.

Οι επενδύσεις σε κατοικίες αναμένεται επίσης να συρρικνωθούν έντονα το 2020. Αυτό αφορά κυρίως χώρες που εφάρμοσαν πιο αυστηρά μέτρα καραντίνας. Οι δυσμενείς επιδράσεις που ασκούν στη ζήτηση κατοικιών το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα, η ασθενέστερη εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η υψηλότερη ανεργία αναμένεται να οδηγήσουν σε επίμονα συγκρατημένες επενδύσεις σε κατοικίες. Αυτές οι επενδύσεις αναμένεται να διαμορφωθούν σε επίπεδο που θα υπολείπεται κατά περισσότερο από 2% σε σχέση με το προ κρίσης επίπεδό τους στο τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται να καταρρεύσουν το 2020 και σταδιακά να ανακάμψουν στα προ κρίσης επίπεδα μόνο το 2022. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις εκτιμάται ότι κατέρρευσαν το α΄ εξάμηνο του 2020 λόγω των μέτρων καραντίνας, και επίσης δεδομένου ότι κατέρρευσε η παγκόσμια και η εγχώρια ζήτηση και η αβεβαιότητα εκτινάχθηκε στα ύψη. Η πολύ περιορισμένη ανάκαμψή τους αναμένεται να ξεκινήσει το β΄ εξάμηνο του 2020, με ταχύτητα που θα διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, αντικατοπτρίζοντας κυρίως τις διαφορές ως προς το μέγεθος της αρχικής κατάρρευσης. Σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, οι επιχειρήσεις είναι πιθανόν να αναβάλουν τις επενδύσεις τους. Κατά συνέπεια, οι επιχειρηματικές επενδύσεις για τη ζώνη του ευρώ αναμένεται να διαμορφωθούν στο προ κρίσης επίπεδό τους μόνο προς το τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Η ακαθάριστη δανειακή επιβάρυνση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (ΜΧΕ) αναμένεται, βάσει των προβολών, να αυξηθεί σημαντικά το 2020 και στη συνέχεια να μειωθεί συγκρατημένα, παραμένοντας όμως πάνω από το προ της κρίσης επίπεδό της στο τέλος του χρονικού ορίζοντα. Η αρχική αύξηση της ακαθάριστης δανειακής επιβάρυνσης των ΜΧΕ αποδίδεται στη σημαντική πτώση των κερδών των επιχειρήσεων κατά το α΄ εξάμηνο του 2020 και στη συνακόλουθη αυξημένη προσφυγή σε δανειακή χρηματοδότηση για την αντιστάθμιση των ελλείψεων ρευστότητας. Η παρατηρούμενη αύξηση του λόγου του χρέους των επιχειρήσεων αναμένεται να περιορίσει τον ρυθμό αύξησης των επιχειρηματικών επενδύσεων στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, καθώς οι επιχειρήσεις πρέπει να βελτιώσουν τους ισολογισμούς τους. Εντούτοις, οι ακαθάριστες πληρωμές τόκων των ΜΧΕ έχουν μειωθεί σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα τα τελευταία έτη και αναμένεται να αυξηθούν σταδιακά μόνο τα επόμενα έτη, μετριάζοντας πιθανές ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους.

Πλαίσιο 2
Το διεθνές περιβάλλον

Συμβαδίζοντας με τη σταδιακή άρση των μέτρων περιορισμού από τα μέσα Μαΐου, η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα έχει αρχίσει να ανακάμπτει, όπως επιβεβαιώνουν στοιχεία ερευνών. Τα περιοριστικά μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία COVID-19 προκάλεσαν πρωτοφανή και συγχρονισμένη μείωση της παραγωγής και των εμπορικών συναλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο το β΄ τρίμηνο του 2020. Αυτό επιβεβαιώνεται επίσης από τα εισερχόμενα εθνικολογιστικά στοιχεία. Σε ό,τι αφορά το παγκόσμιο εμπόριο, αυτά τα στοιχεία δείχνουν συρρίκνωση κατά ένα διψήφιο ποσοστό, αλλά λιγότερο έντονη από ό,τι αναμενόταν στις μακροοικονομικές προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020. Δεδομένου ότι οι περιορισμοί έχουν χαλαρώσει και η παραγωγή έχει αρχίσει να εξομαλύνεται, η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα και το παγκόσμιο εμπόριο αναμένεται να ανακάμψουν από τα χαμηλά επίπεδα του β΄ τριμήνου. Τον Αύγουστο, ο παγκόσμιος σύνθετος δείκτης PMI για την παραγωγή (εκτός της ζώνης του ευρώ) αυξήθηκε για τέταρτο συνεχή μήνα, σε 52,6 από 50.2 τον Ιούλιο και από ένα χαμηλό 28,7 τον Απρίλιο. Η ανάκαμψη αφορά ευρύ φάσμα τομέων της μεταποίησης και των υπηρεσιών. Σε ό,τι αφορά το εμπόριο, ο παγκόσμιος δείκτης PMI για τις νέες παραγγελίες εξαγωγών προϊόντων μεταποίησης (εκτός της ζώνης του ευρώ) αυξήθηκε τον Αύγουστο για τέταρτο συνεχή μήνα, υποδεικνύοντας συνεχή ανάκαμψη του παγκόσμιου εμπορίου το γ΄ τρίμηνο.

Το παγκόσμιο πραγματικό ΑΕΠ (χωρίς τη ζώνη του ευρώ), αφού συρρικνώθηκε κατά 3,7% το 2020, αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να επανέλθει σε ανοδική πορεία και να αυξηθεί κατά 6,2% το 2021 και 3,8% το 2022. Το επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας δεν έχει ακόμη ανακτήσει πλήρως τις απώλειες. Διατυπώνεται η υπόθεση ότι ορισμένες μορφές κοινωνικής αποστασιοποίησης θα συνεχίσουν να υφίστανται και ότι αναμένεται να εξευρεθεί ιατρική λύση μόνο στα μέσα του 2021. Το βασικό σενάριο για την εξέλιξη του παγκόσμιου ΑΕΠ υποθέτει ότι τα κρούσματα θα συνεχίσουν να αυξάνονται ως έναν βαθμό, αλλά θα είναι περισσότερο τοπικά περιορισμένα σε σχέση με το πρώτο κύμα και θα αντιμετωπίζονται με πιο στοχευμένα περιοριστικά μέτρα. Αυτά τα μέτρα, χάρη στην προηγούμενη εμπειρία, προκαλούν μικρότερες διαταράξεις στην οικονομική δραστηριότητα από ό,τι στο παρελθόν. Η εμμένουσα αβεβαιότητα για την εξέλιξη της πανδημίας και τις οικονομικές επιπτώσεις της θα επιδράσει αρνητικά στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου πραγματικού ΑΕΠ (εκτός της ζώνης του ευρώ) έχει αναθεωρηθεί οριακά προς τα πάνω για το 2020 και το 2021, ενώ για το 2022 δεν έχει υποστεί ουσιώδη αναθεώρηση.

Το παγκόσμιο εμπόριο (εκτός της ζώνης του ευρώ) αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να μειωθεί κατά 11,2% το 2020, να ανακάμψει κατά 6,8% το 2021 και να συνεχίσει να αυξάνεται, με ρυθμό 4%, το 2022. Η απότομη πτώση των παγκόσμιων εισαγωγών (εκτός της ζώνης του ευρώ) το 2020 αντανακλά τόσο την έντονη προκυκλικότητά τους, ιδίως σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όσο και την ιδιοτυπία της κρίσης COVID-19. Οι διαταράξεις στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής και το αυξημένο κόστος των διεθνών εμπορικών συναλλαγών στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων έπληξαν το παγκόσμιο εμπόριο. Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, ενώ το παγκόσμιο εμπόριο αναμένεται να ανακάμψει παράλληλα με την οικονομική δραστηριότητα, θα εκδηλωθούν ορισμένες αρνητικές συνέπειες. Βραχυπρόθεσμα, οι αποφάσεις των κυβερνήσεων για διατήρηση των ταξιδιωτικών περιορισμών σε επιλεγμένους προορισμούς, τουλάχιστον μέχρις ότου εξευρεθεί ιατρική λύση, μπορεί να ασκήσουν περαιτέρω αρνητική επίδραση στις εμπορικές συναλλαγές μέσω του αυξημένου κόστους των συναλλαγών. Επιπλέον, καθώς η πανδημία του COVID-19 αποκάλυψε την εξάρτηση πολλών χωρών από εξωτερικούς προμηθευτές, αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή πολιτικών με σκοπό τη διαφοροποίηση των παγκόσμιων προμηθευτών για να αποφευχθεί η εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή ή να «επαναπατριστεί» η παραγωγή, επηρεάζοντας έτσι αρνητικά τις πολύπλοκες παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Η εξέλιξη του επιπέδου των παγκόσμιων εισαγωγών όπως είχε εκτιμηθεί στις μακροοικονομικές προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020 έχει σε γενικές γραμμές επιβεβαιωθεί, υποδηλώνοντας έτσι σημαντική μείωση του εμπορίου στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, σε σύγκριση με το προ κρίσης βασικό σενάριο. Σε όρους ρυθμών μεταβολής, ωστόσο, η συρρίκνωση των εισαγωγών εκτιμάται, σύμφωνα με τις υποθέσεις, ότι θα είναι λιγότερο έντονη το α΄ εξάμηνο του 2020, αλλά λιγότερο έντονη θα είναι και η ανάκαμψη που θα επακολουθήσει. Η εξωτερική ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών της ζώνης ευρώ αναμένεται, βάσει των προβολών, να μειωθεί κατά 12,5% το 2020 και να αυξηθεί κατά 6,9% το 2021 και κατά 3,7% το 2022 (έναντι 7,8% και 4,2% το 2021 και το 2022 αντίστοιχα στις μακροοικονομικές προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου του 2020).

Το διεθνές περιβάλλον

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

1) Υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος όρος των εισαγωγών.
2) Υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος όρος των εισαγωγών των εμπορικών εταίρων της ζώνης του ευρώ.

Οι εξαγωγές της ζώνης του ευρώ έχουν πληγεί πιο έντονα λόγω της πανδημίας του COVID-19 σε σχέση με τις εισαγωγές, εξαιτίας της παγκόσμιας κατάρρευσης τομέων προς τους οποίους η ζώνη του ευρώ είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, υποδηλώνοντας αρνητικές καθαρές εξαγωγές το 2020. Οι εξαγωγές εκτιμάται ότι δέχθηκαν σοβαρό πλήγμα το α΄ εξάμηνο του 2020, ως άμεση συνέπεια των μέτρων καραντίνας για τον περιορισμό της πανδημίας. Η εξάπλωση του COVID-19 διατάραξε ιδιαίτερα τις εφοδιαστικές αλυσίδες εξαγωγικών κλάδων, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο κλάδος μηχανολογικού εξοπλισμού και ο κλάδος των χημικών προϊόντων, πλήττοντας βασικούς εξαγωγικούς κλάδους της ζώνης του ευρώ περισσότερο από ό,τι εξαγωγικούς κλάδους άλλων περιφερειών. Οι περιορισμοί στα ταξίδια και τον τουρισμό οδήγησαν στην κατάρρευση των εξαγωγών υπηρεσιών φιλοξενίας και μεταφορών, αλλά η άρση πολλών περιορισμών εντός της ζώνης του ευρώ και η σχετική χαλάρωσή τους έναντι του υπόλοιπου κόσμου συνέβαλαν πρόσφατα σε μια μερική ανάκαμψη των εξαγωγών σε αυτούς τους τομείς. Συνολικά, οι εξαγωγές της ζώνης του ευρώ αναμένεται να αυξηθούν συμβαδίζοντας σε γενικές γραμμές με την ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ, αν και με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι είχε εκτιμηθεί στις μακροοικονομικές προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020 ενόψει της μείωσης της ανταγωνιστικότητας των τιμών εξαιτίας της πρόσφατης ανατίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Οι εισαγωγές αναμένεται να μειωθούν λιγότερο από τις εξαγωγές το 2020, καθώς οι μεγάλοι εξαγωγείς δέχονται σοβαρό πλήγμα από την παγκόσμια πτώση της ζήτησης αυτοκινήτων και επενδυτικών αγαθών. Ως αποτέλεσμα, οι καθαρές εξαγωγές αναμένεται, βάσει των προβολών, να είναι αρνητικές το 2020. Από το γ΄ τρίμηνο του 2020 και εξής, καθώς οι παγκόσμιες συνθήκες εξομαλύνονται, η ανάκαμψη των εξαγωγών θα είναι κάπως εντονότερη από ό,τι η ανάκαμψη των εισαγωγών, υποδηλώνοντας θετική συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ τα προσεχή τρίμηνα. Από τα μέσα του 2021, τόσο οι εξαγωγές όσο και οι εισαγωγές θα αυξάνονται παράλληλα, υποδηλώνοντας ουδέτερη συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη στην υπόλοιπη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Αν και η αύξηση της ανεργίας ήταν μικρότερη τους τελευταίους μήνες από ό,τι αναμενόταν στις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, η κατάσταση στις αγορές εργασίας αναμένεται να επιδεινωθεί σημαντικά. Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας το β΄ τρίμηνο ήταν σημαντικά χαμηλότερη από ό,τι αναμενόταν, ενώ η μείωση του συνολικού ποσοστού απασχόλησης ήταν μόνο ελαφρώς βραδύτερη από ό,τι αναμενόταν. Αυτές οι πρόσφατες εξελίξεις συνεπάγονται μια πιο έντονη από ό,τι αναμενόταν μείωση του εργατικού δυναμικού, η οποία αντανακλά εν μέρει το γεγονός ότι ορισμένοι εργαζόμενοι που έχασαν τις θέσεις εργασίας τους ταξινομήθηκαν ως «μη οικονομικά ενεργοί» επειδή οι ευκαιρίες εύρεσης εργασίας στη διάρκεια της καραντίνας ήταν περιορισμένες. Επίσης, η μείωση των ευκαιριών πρόσληψης μπορεί να οδήγησε σε αποθάρρυνση, με αποτέλεσμα την αποχώρηση πολλών ατόμων από το εργατικό δυναμικό. Αυτή η καθοδική επίδραση στο εργατικό δυναμικό αναμένεται, σύμφωνα με τις υποθέσεις, να αντιστραφεί σταδιακά τα προσεχή τρίμηνα. Καθώς το εργατικό δυναμικό άρχισε να επανέρχεται στα κανονικά του επίπεδα και τα σχήματα μειωμένου χρόνου εργασίας να λήγουν, το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να αυξηθεί από 7,3% το α΄ τρίμηνο του 2020 σε 9,5% το 2021 και στη συνέχεια να μειωθεί σε 8,8% το 2022, καθώς η οικονομία θα ανακάμπτει. Αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι οι πολιτικές διατήρησης της απασχόλησης θα επιτύχουν σε μεγάλο βαθμό να συγκρατήσουν στις τάξεις των απασχολουμένων τα άτομα που υπάγονται σε σχήματα μειωμένου χρόνου εργασίας, η δε εκροή προς την ανεργία μετά τη λήξη των εν λόγω σχημάτων θα έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια. Ενώ η μείωση της απασχόλησης με βάση τον αριθμό των απασχολουμένων έχει ανασχεθεί σε πολλές χώρες χάρη στην εκτεταμένη προσφυγή σε σχήματα μειωμένου χρόνου εργασίας, οι συνολικές πραγματικές ώρες εργασίας εκτιμάται ότι μειώθηκαν πολύ πιο έντονα το β΄ τρίμηνο, αντανακλώντας το γεγονός ότι πολλά άτομα απασχολούνταν αλλά πολύ λιγότερες ώρες. Στη συνέχεια, οι συνολικές πραγματικές ώρες εργασίας αναμένεται να αυξηθούν ταχύτερα από ό,τι η απασχόληση με βάση τον αριθμό των απασχολουμένων, καθώς πολλοί εργαζόμενοι επιστρέφουν σε περισσότερο κανονικές ώρες εργασίας.

Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ανά απασχολούμενο αναμένεται, βάσει των προβολών, να μειωθεί το 2020 και να ανακάμψει στη συνέχεια στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Η απότομη μείωση της παραγωγής και η εντατική χρήση σχημάτων μειωμένου χρόνου εργασίας στις χώρες της ζώνης του ευρώ συνεπάγονται σημαντική μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας ανά απασχολούμενο το α’ εξάμηνο του 2020. Η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο αναμένεται, βάσει των προβολών, να αναστραφεί απότομα το β΄ εξάμηνο του έτους. Αντιθέτως, η ωριαία παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με πολύ πιο συγκρατημένους ρυθμούς στη διάρκεια της πανδημίας, καθώς οι συνολικές πραγματικές ώρες εργασίας αναμένεται να συμβαδίσουν με τις εξελίξεις του ΑΕΠ. Από το β΄ εξάμηνο του 2021, η παραγωγικότητα της εργασίας αναμένεται, βάσει των προβολών, να ακολουθήσει ουσιαστικά σταθερή ανοδική πορεία.

Σε σύγκριση με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, η προβολή για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω για το 2020 και έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη για το υπόλοιπο διάστημα του χρονικού ορίζοντα. Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω για το 2020, κυρίως λόγω των καλύτερων από ό,τι αναμενόταν αποτελεσμάτων το β΄ τρίμηνο. Στη συνέχεια, ορισμένοι δυσμενείς παράγοντες θα έχουν καθοδικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη. Αυτοί οι παράγοντες είναι μεταξύ άλλων η μειωμένη εξωτερική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ από το γ΄ τρίμηνο του 2020 και εξής, η χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της ζώνης του ευρώ μετά την πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Ο καθοδικός αντίκτυπος αυτών των παραγόντων αντισταθμίζεται σε γενικές γραμμές από τον θετικό αντίκτυπο που σχετίζεται με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που ανακοίνωσε η ΕΚΤ τον Ιούνιο του 2020, τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας, καθώς και τις επιδράσεις στην εμπιστοσύνη που σχετίζονται με το ταμείο ανάκαμψης NGEU.

Πλαίσιο 3
Εναλλακτικά σενάρια για τις οικονομικές προοπτικές της ζώνης του ευρώ

Ο υψηλός βαθμός αβεβαιότητας που περιβάλλει τον αντίκτυπο της πανδημίας COVID-19 στις οικονομικές προοπτικές της ζώνης του ευρώ απαιτεί ανάλυση με βάση εναλλακτικά σενάρια. Στο παρόν πλαίσιο παρουσιάζονται δύο σενάρια ως εναλλακτικά του βασικού σεναρίου των προβολών των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2020 τα οποία δείχνουν μια σειρά ευλογοφανών επιδράσεων της πανδημίας του COVID-19 στην οικονομία της ζώνης του ευρώ.

Τα σενάρια ποικίλλουν ανάλογα με τις διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με την πανδημία και με το πώς θα ανταποκριθεί η οικονομία. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν την εξέλιξη της πανδημίας, την αυστηρότητα και τη διάρκεια των μέτρων περιορισμού της, καθώς και την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα κάποιας ιατρικής λύσης. Οι υποθέσεις σχετικά με την οικονομία αφορούν τις αντιδράσεις ως προς τη συμπεριφορά των οικονομικών παραγόντων καθώς αυτοί προσαρμόζονται στις οικονομικές διαταράξεις και τις πιο μακροχρόνιες επιδράσεις στην οικονομική δραστηριότητα, αφού αρθούν όλα τα μέτρα περιορισμού. Ο γενικότερος σχολιασμός για την εξέλιξη αυτών των παραγόντων προσδιορίζει επίσης τις προβολές ανά σενάριο για την εξωτερική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ, καθώς και για τα επιτόκια χορηγήσεων. Άλλες υποθέσεις, όπως αυτές που αφορούν την τιμή του πετρελαίου, τη συναλλαγματική ισοτιμία και τη δημοσιονομική πολιτική, είναι οι ίδιες με τις αντίστοιχες του βασικού σεναρίου.

Το ήπιο σενάριο υποθέτει ότι, μετά την πρόσφατη αύξηση των κρουσμάτων, ο ιός περιορίζεται επιτυχώς, ενώ το δυσμενές σενάριο υποθέτει μια ισχυρή αναζωπύρωση της πανδημίας. Η εικόνα που περιγράφουν και τα δύο σενάρια παραμένει σε γενικές γραμμές όμοια με την εικόνα που περιγράφεται στις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020. Το ήπιο σενάριο υποθέτει σταθεροποίηση του αριθμού των κρουσμάτων μετά την πρόσφατη άνοδο και πολύ επιτυχείς οικονομικές αντιδράσεις των αρχών και των οικονομικών φορέων. Το δυσμενές σενάριο προβλέπει μια ισχυρή αναζωπύρωση της πανδημίας, που θα οδηγήσει τις κυβερνήσεις στο να επιβάλουν εκ νέου αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Οι συνεχείς προσπάθειες για την αποτροπή της εξάπλωσης του ιού σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο θα συνεχίσουν να περιορίζουν σημαντικά τη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς της οικονομίας μέχρι να καταστεί διαθέσιμη ιατρική λύση. Η λύση αυτή θεωρείται ότι θα βρεθεί μέχρι τα μέσα του 2021, αλλά σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο η εφαρμογή της δεν θα είναι αποτελεσματική στη συγκράτηση της εξάπλωσης του ιού. Σε σύγκριση με τον σχολιασμό του βασικού σεναρίου, το δυσμενές σενάριο παρουσιάζει μια πιο σημαντική και πιο παρατεταμένη υποτονικότητα της δραστηριότητας σε όλους τους τομείς. Αυτό επιτείνεται σε κάποιο βαθμό από τις αυξημένες περιπτώσεις αφερεγγυότητας, οι οποίες οδηγούν σε τριβές στις αγορές πιστώσεων που επηρεάζουν δυσμενώς το κόστος δανεισμού και την πρόσβαση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση.

Πίνακας A

Εναλλακτικά μακροοικονομικά σενάρια για τη ζώνη του ευρώ

Σημείωση: Το ποσοστό ανεργίας μετρείται ως ποσοστό % του εργατικού δυναμικού

Αυτά τα σενάρια για τη ζώνη του ευρώ βασίζονται στις ίδιες γενικότερες αξιολογήσεις για την παγκόσμια οικονομία και επομένως για την εξωτερική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ. Η εξωτερική ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ θα μειωθεί το 2020 κατά 8,6 % περίπου και 15,5% σύμφωνα με το ήπιο και το δυσμενές σενάριο, αντιστοίχως. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι μειώσεις της εξωτερικής ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ σε σύγκριση με το επίπεδο του βασικού σεναρίου ενδέχεται να επιμείνουν μέχρι το τέλος του 2022 βάσει του δυσμενούς σεναρίου.

Το πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ αυξάνεται με ρυθμό μεταξύ 4,8% στο δυσμενές σενάριο και 9,4% στο ήπιο σενάριο το γ΄ τρίμηνο, αλλά ο ρυθμός αύξησης επιβραδύνεται κατά το δ΄ τρίμηνο και στα δύο σενάρια (βλ. Διάγραμμα Α). Τα σενάρια δείχνουν ισχυρή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας κατά το γ΄ τρίμηνο, αν και το πραγματικό ΑΕΠ το γ΄ τρίμηνο του 2020 εξακολουθεί να αναμένεται να είναι πολύ χαμηλότερο από το προ κρίσης επίπεδό του, τόσο στο ήπιο όσο και στο δυσμενές σενάριο. Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ υποχωρεί σε 5,0% και 1,3% το δ΄ τρίμηνο στο ήπιο και το δυσμενές σενάριο αντιστοίχως. Η πιο υποτονική ανάκαμψη στο δυσμενές σενάριο οφείλεται στην υπόθεση ότι θα καταστούν αναγκαία αυστηρότερα περιοριστικά μέτρα λόγω της πολύ περιορισμένης επιτυχίας στην ανάσχεση του ιού και της ισχυρής επανεμφάνισής του.

Διάγραμμα A

Εναλλακτικά σενάρια για το πραγματικό ΑΕΠ και τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) στη ζώνη του ευρώ

(δείκτης: δ΄ τρ. 2019 = 100 (αριστερό διάγραμμα), δωδεκάμηνος ρυθμός (δεξιό διάγραμμα)

Σημείωση: Η κάθετη γραμμή αντιστοιχεί στην έναρξη του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να ανακάμψει εντονότερα βάσει του ήπιου σεναρίου από ό,τι βάσει του δυσμενούς σεναρίου κατά µέσο όρο την περίοδο 2021-22 (βλ. Πίνακα Α). Σύμφωνα με το ήπιο σενάριο, καθώς τα περιοριστικά μέτρα επιτρέπουν τη σταδιακή εξομάλυνση της οικονομικής δραστηριότητας, το πραγματικό ΑΕΠ θα ανακάμψει έντονα το 2021. Σε αυτήν την εξέλιξη θα βοηθήσει η αποτελεσματική ιατρική λύση που σύμφωνα με την υπόθεση θα εξευρεθεί μέχρι τα μέσα του 2021, διασφαλίζοντας έναν σχετικά ισχυρό ρυθμό ανάκαμψης και το 2022. Το πραγματικό ΑΕΠ θα ανακάμψει σε επίπεδο πολύ υψηλότερο από το επίπεδο του βασικού σεναρίου στη διάρκεια του 2021 και θα διαμορφωθεί τελικά σε επίπεδο κατά περίπου 4,5% υψηλότερο από ό,τι προβλέπει το βασικό σενάριο μέχρι το τέλος του 2022. Αντιθέτως, σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, η επανεμφάνιση κρουσμάτων, η περιορισμένη επιτυχία των περιοριστικών μέτρων και η υπόθεση για παρατεταμένη διάρκεια των αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομία θα συνεχίσουν να επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομική δραστηριότητα σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα. Η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητη το 2021, ενώ το πραγματικό ΑΕΠ θα είναι κατά 5,8 % χαμηλότερο σε σχέση με την προβολή του βασικού σεναρίου μέχρι το τέλος του 2022.

Οι αγορές εργασίας της ζώνης του ευρώ θα ανακάμψουν σύμφωνα με το ήπιο σενάριο, καθώς οι πολιτικές θα επιτύχουν σε μεγάλο βαθμό να αποτρέψουν τις επιδράσεις υστέρησης, οι οποίες θα περιοριστούν μόνο εν μέρει σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο. Σύμφωνα με το ήπιο σενάριο, η απασχόληση προβλέπεται να αρχίσει να ανακάμπτει ήδη το γ΄ τρίμηνο του 2020. Αντιθέτως, σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, η απασχόληση θα μειώνεται μέχρι το β΄ τρίμηνο του 2021 και στη συνέχεια θα αρχίσει να ανακάμπτει. Όπως και το ΑΕΠ, η απασχόληση αναμένεται να υπερβεί σαφώς το επίπεδο του βασικού σεναρίου μέχρι το τέλος του 2022 στο ήπιο σενάριο, ενώ προβλέπεται ότι θα παραμείνει κάτω από αυτό το επίπεδο βάσει του δυσμενούς σεναρίου. Ακολουθώντας την πορεία της απασχόλησης, το ποσοστό ανεργίας στο δυσμενές σενάριο το 2022 θα υπερβεί το επίπεδο του βασικού σεναρίου κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ θα είναι κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από αυτό το επίπεδο στο ήπιο σενάριο.

Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ), μικρή είναι η διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Το 2020, ο μετρούμενος πληθωρισμός μειώνεται σε 0,3% και στα δύο σενάρια. Όσο η διάρκεια της ύφεσης είναι αβέβαιη, πιθανώς δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση για αλλαγές στον καθορισμό των τιμών.

Πέρα από τον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ο πληθωρισμός ποικίλλει περισσότερο μεταξύ των δύο σεναρίων λόγω των διαφορών στο ισοζύγιο της ζήτησης και της προσφοράς. Τόσο οι μειωτικές επιδράσεις στον πληθωρισμό από την πλευρά της ζήτησης όσο και οι αυξητικές επιδράσεις από την πλευρά της προσφοράς αναμένεται να είναι μεγαλύτερες στο δυσμενές σενάριο από ό,τι στο ήπιο σενάριο, αλλά η υπερβάλλουσα προσφορά προβλέπεται να είναι υψηλότερη στο δυσμενές σενάριο από ό,τι στο ήπιο, συμπιέζοντας τον πληθωρισμό. Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) το 2021 και το 2022 αναμένεται να είναι 1,2% και 1,8% σύμφωνα με το ήπιο σενάριο και 0,7% και τα δύο έτη σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο.

3 Τιμές και κόστος

Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναμένεται να αυξηθεί από 0,3% το 2020 σε 1,0% το 2021 και 1,3% το 2022 (βλ. Διάγραμμα 2). Ο χαμηλός ρυθμός του μετρούμενου πληθωρισμού το 2020 αντανακλά ιδίως την απότομη πτώση των τιμών της ενέργειας βάσει του ΕνΔΤΚ – δεδομένης της πτώσης των τιμών του πετρελαίου αφότου ξεκίνησε η παγκόσμια εξάπλωση της νόσου COVID-19 – την ανατίμηση του ευρώ καθώς και τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία για έξι μήνες από τον Ιούλιο του 2020. Παρά τη μερική ανάκαμψη των τιμών του πετρελαίου τους τελευταίους μήνες, ο πληθωρισμός των τιμών της ενέργειας (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναμένεται να έχει μεγάλη αρνητική συμβολή στον μετρούμενο πληθωρισμό το 2020. Στο υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής, οι υποθέσεις για αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου και ορισμένες ανοδικές επιδράσεις από τις αυξήσεις των περιβαλλοντικών φόρων συνεπάγονται άνοδο του πληθωρισμού των τιμών της ενέργειας (βάσει του ΕνΔΤΚ). Μετά την προσωρινή άνοδο του πληθωρισμού των τιμών των ειδών διατροφής (βάσει του ΕνΔΤΚ) τον Απρίλιο του 2020 που προκλήθηκε από την εξάπλωση του κορωνοϊού, οι τιμές των ειδών διατροφής σε μηνιαία βάση άρχισαν να μετριάζονται ήδη από τον Μάιο, καθώς τα μέτρα καραντίνας χαλάρωσαν και μειώθηκαν οι περιορισμοί από την πλευρά της προσφοράς. Ο ετήσιος πληθωρισμός των τιμών των ειδών διατροφής αναμένεται να μειωθεί στη διάρκεια του τρέχοντος έτους και στη συνέχεια να αυξηθεί σταδιακά στο υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Ο πληθωρισµός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής αναµένεται να µειωθεί σε 0,8% κατά µέσο όρο το 2020 και να επιταχυνθεί στη συνέχεια από το β΄ εξάµηνο του 2021. Τους προσεχείς μήνες, αντιπληθωριστικές επιδράσεις αναμένεται να προέλθουν από ευρύ φάσμα υπηρεσιών και των αγαθών, καθώς η ζήτηση θα παραμείνει υποτονική ή θα παρεμποδιστεί από μέτρα περιορισμού της εξάπλωσης του ιού. Οι καθοδικές πιέσεις από την ασθενή ζήτηση και τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία αναμένεται να αντισταθμιστούν μόνο εν μέρει από τις ανοδικές πιέσεις που ασκούν στις τιμές και το κόστος οι συνεχιζόμενες διαταράξεις στην πλευρά της προσφοράς και οι ελλείψεις που προκύπτουν, για παράδειγμα, από τη διατάραξη των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης και τη μείωση της προσφοράς. Μεσοπρόθεσμα, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής αναμένεται να ενισχυθεί σταδιακά, καθώς οι ανοδικές πιέσεις που ασκεί στις τιμές η αύξηση της ζήτησης στο πλαίσιο της εξελισσόμενης οικονομικής ανάκαμψης αναμένεται να ενισχυθούν παρά τις καθοδικές επιδράσεις της ανατίμησης του ευρώ. Όσον αφορά τους παράγοντες από την πλευρά της προσφοράς, ενώ οι ανοδικές πιέσεις λόγω δυσμενών επιδράσεων από την πλευρά της προσφοράς που συνδέονται με την πανδημία φθίνουν, η έξοδος των επιχειρήσεων από την αγορά θα μπορούσε να ωθήσει τα περιθώρια κέρδους σε ορισμένες αγορές προς τα πάνω πέρα από τις κυκλικές τους βελτιώσεις. Οι έμμεσες επιδράσεις από την υπόθεση για ανάκαμψη των τιμών του πετρελαίου θα στηρίξουν επίσης την άνοδο του υποκείμενου πληθωρισμού. Τέλος, οι ανοδικές επιδράσεις της βάσης σύγκρισης λόγω της αντιστροφής της μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία συνεπάγονται ανοδική επίδραση στους ετήσιους ρυθμούς του υποκείμενου πληθωρισμού το γ΄ και το δ΄ τρίμηνο του 2021.

Διάγραμμα 2

ΕνΔΤΚ της ζώνης του ευρώ

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

Σημείωση: Η κάθετη γραμμή αντιστοιχεί στην έναρξη του χρονικού ορίζοντα προβολής. Σε αυτό το διάγραμμα δεν παρουσιάζονται διαστήματα γύρω από τις προβολές. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι ο τυπικός υπολογισμός των διαστημάτων (με βάση τα ιστορικά σφάλματα των προβολών), υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα παρείχε αξιόπιστη ένδειξη της πρωτοφανούς αβεβαιότητας που περιβάλλει τις τρέχουσες προβολές. Αντιθέτως, προκειμένου να καταδειχθεί καλύτερα η τρέχουσα αβεβαιότητα, στο Πλαίσιο 3 παρουσιάζονται εναλλακτικά σενάρια με βάση διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη της πανδημίας COVID-19 και τα συναφή περιοριστικά μέτρα.

Ο ρυθμός μεταβολής της μισθολογικής δαπάνης ανά απασχολούμενο αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να γίνει αρνητικός σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά να ανακάμψει συμβαδίζοντας με την οικονομική δραστηριότητα το 2021 και να διαμορφωθεί σε επίπεδο περίπου 2% το 2022. Η μισθολογική δαπάνη ανά απασχολούμενο μειώθηκε έντονα το β΄ τρίμηνο του 2020, αντανακλώντας τη μεγάλη και απότομη μείωση των πραγματικών ωρών εργασίας ανά απασχολούμενο στη διάρκεια της καραντίνας και τη μερική μόνο αντιστάθμιση των απωλειών εισοδήματος από τα σχήματα μειωμένου χρόνου εργασίας στις περισσότερες χώρες. Ωστόσο, οι εξελίξεις στη μισθολογική δαπάνη ανά απασχολούμενο δίνουν μια υπερβολική εικόνα της μείωσης του εισοδήματος από εργασία, επειδή σε ορισμένες χώρες η κρατική στήριξη καταγράφεται στην κατηγορία «μεταβιβάσεις» και όχι στην κατηγορία «μισθολογική δαπάνη ανά απασχολούμενο». Μετά την άρση των μέτρων καραντίνας, η μισθολογική δαπάνη ανά απασχολούμενο αναμένεται να ανακάμψει, αν και όχι στο επίπεδο που είχε καταγραφεί πριν από την καραντίνα, και να συνεχίσει να αυξάνεται σταδιακά στο υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Ο ρυθμός μεταβολής του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αναμένεται να παρουσιάσει έντονες διακυμάνσεις στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, αντανακλώντας τις απότομες αυξομειώσεις του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας. Η μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας το β΄ τρίμηνο του 2020, λόγω του ότι το ΑΕΠ μειώθηκε με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι η απασχόληση, ωθεί το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σημαντικά προς τα πάνω. Η επακόλουθη ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας συνεπάγεται έντονη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Πέραν της μεταβλητότητας που σχετίζεται με την κρίση, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος δεν αναμένεται στη συνέχεια να σημειώσει αξιόλογη μεταβολή σε γενικές γραμμές.

Τα περιθώρια κέρδους αναμένεται να απορροφήσουν εν πολλοίς τις έντονες διακυμάνσεις του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Ως εκ τούτου, προβλέπεται να ανακάμψουν κυρίως μετά τη μείωση του β΄ τριμήνου. Έπειτα από ορισμένη συγκράτηση το β΄ εξάμηνο του 2021, τα κέρδη ανά µονάδα προϊόντος αναµένεται να υπερβούν το προ κρίσης επίπεδο προς το τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής, σε ένα περιβάλλον σχεδόν μηδενικών ανοδικών πιέσεων από το κόστος εργασίας ανά µονάδα προϊόντος.

Οι τιμές των εισαγομένων αναμένεται να μειωθούν σημαντικά το 2020 αλλά να ανακάμψουν κάπως το 2021 και το 2022. Αυτή η τάση επηρεάζεται σημαντικά από τις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου, οι οποίες με βάση τις προηγούμενες μειώσεις και την καμπύλη των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί των τιμών του πετρελαίου εκτιμάται ότι θα καταγράψουν έντονα αρνητικό ρυθμό μεταβολής το 2020 αλλά θετικούς ετήσιους ρυθμούς από το β΄ τρίμηνο του 2021 και το 2022. Ο θετικός ρυθμός πληθωρισμού των τιμών εισαγομένων από το 2021 αντανακλά επίσης ορισμένες ανοδικές πιέσεις στις τιμές τόσο από τις τιμές των μη πετρελαϊκών βασικών εμπορευμάτων όσο και γενικότερα από την ανοδική πορεία των υποκείμενων ρυθμών πληθωρισμού παγκοσμίως. Αντιθέτως, η πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ ασκεί καθοδική πίεση στον αποπληθωριστή των εισαγωγών σε ολόκληρο τον ορίζοντα.

Σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, η προβολή για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) παραμένει αμετάβλητη για το 2020, έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω για το 2021 και παραμένει αμετάβλητη για το 2022. Ο πληθωρισμός των τιμών της ενέργειας (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναθεωρείται προς τα πάνω για το 2020 και το 2021, δεδομένης της πρόσφατης ανάκαμψης των τιμών του πετρελαίου – και σε ευρώ – αλλά προς τα κάτω για το 2022 λόγω της μικρότερης κλίσης της καμπύλης συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί τιμών του πετρελαίου σε σύγκριση με την αντίστοιχη των προηγούμενων προβολών εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος. Αντιθέτως, ο πληθωρισμός των τιμών των ειδών διατροφής (βάσει του ΕνΔΤΚ) έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω για το 2020 – αντικατοπτρίζοντας μια ταχύτερη από ό,τι αναμενόταν μείωση των τιμών των ειδών διατροφής το β΄ εξάμηνο του έτους μετά την απότομη αύξηση που σχετιζόταν με την κρίση COVID-19 – και οριακά προς τα κάτω για το 2021 και το 2022. Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής δεν έχει αναθεωρηθεί ουσιωδώς για το 2020, καθώς ο αντίκτυπος της προσωρινής μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία κατά το β΄ εξάμηνο του έτους αντισταθμίζεται σε γενικές γραμμές από τα υψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού που καταγράφονται πρόσφατα. Ωστόσο, για τα επόμενα έτη έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω, καθώς η καθοδική επίδραση της ανατίμησης της σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ υπεραντισταθμίζεται από την αυξητική επίδραση που ασκούν συνδυαστικά η αντιστροφή της μείωσης του ΦΠΑ στη Γερμανία το 2021, οι έμμεσες επιδράσεις της αύξησης των τιμών του πετρελαίου καθώς και οι προβολές για ενίσχυση της δραστηριότητας και μείωση της ανεργίας. Με τη σειρά τους, οι προβολές αυτές αντανακλούν εν μέρει τον αντίκτυπο των μέτρων νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ που ανακοινώθηκαν τον Ιούνιο του 2020 και τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας.

4 Δημοσιονομικές προοπτικές

Η δημοσιονομική στήριξη για τον μετριασμό των μακροοικονομικών επιπτώσεων της κρίσης COVID-19 εξακολουθεί να είναι σημαντικού μεγέθους το 2020, και στο βασικό σενάριο λαμβάνονται υπόψη πρόσθετα μέτρα τόνωσης σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020. Η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής[3] αξιολογείται ως ιδιαιτέρως επεκτατική το 2020. Σε αυτό συμβάλλουν κυρίως τα έκτακτα δημοσιονομικά μέτρα που έλαβαν όλες οι χώρες της ζώνης του ευρώ ως απάντηση στην πανδημία. Για το σύνολο της ζώνης του ευρώ, τα μέτρα αυτά ανέρχονται σε περίπου 4½% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου είναι πρόσθετες δαπάνες υπό μορφή μεταβιβάσεων και επιδοτήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο σχημάτων μειωμένου χρόνου εργασίας. Σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, πρόσθετα μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία COVID-19, ύψους περίπου 1% του ΑΕΠ, έχουν ενσωματωθεί στο βασικό σενάριο για το 2020, κυρίως λόγω μεταβιβάσεων και επιδοτήσεων.

Η δημοσιονομική στήριξη, σύμφωνα με τις τρέχουσες προβολές, αναμένεται επί του παρόντος να μειωθεί σε μεγάλο βαθμό το 2021, αλλά όχι όσο αναμενόταν στις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2020, καθώς ορισμένα μέτρα έχουν παραταθεί ενώ νέες δέσμες μέτρων έχουν ληφθεί για το 2021. Με βάση τα μέτρα που έχουν εγκριθεί από τις κυβερνήσεις ή έχουν εισαχθεί με νομοθετική ρύθμιση κατά την τελευταία ημερομηνία συμπερίληψης στοιχείων για τις δημοσιονομικές υποθέσεις, τα περισσότερα μέτρα που σχετίζονται με την πανδημία είναι προσωρινά και λήγουν στο τέλος του 2020. Συνεπώς, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής για το 2021 θα μεταβληθεί σημαντικά επί το περιοριστικότερο. Ωστόσο, σε σύγκριση με τις προβολές εμπειρογνωμόνων του Ιουνίου 2020, το βασικό σενάριο ενσωματώνει περισσότερα μέτρα τόνωσης της οικονομίας το 2021, μέρος των οποίων είναι προσωρινού χαρακτήρα.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα και ο λόγος χρέους στη ζώνη του ευρώ αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να αυξηθούν σημαντικά το 2020 και να μειωθούν κάπως το 2021 και το 2022. Η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2020 οφείλεται στα έκτακτα δημοσιονομικά μέτρα και στην αρνητική κυκλική συνιστώσα, η οποία αντανακλά την επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών. Η βελτίωση το 2021 σχετίζεται κυρίως με τη σταδιακή άρση των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων, καθώς και τη λιγότερο αρνητική κυκλική συνιστώσα. Η εκτίναξη του λόγου του χρέους το 2020 σε επίπεδο άνω του 100% του ΑΕΠ οφείλεται στη διαφορά ρυθμού ανάπτυξης-επιτοκίου η οποία επηρεάζει αυξητικά το χρέος («snowball effect»), καθώς και στο υψηλό πρωτογενές έλλειμμα. Κατά την περίοδο 2021-22, η αυξητική συμβολή στο χρέος λόγω των συνεχιζόμενων πρωτογενών ελλειμμάτων υπεραντισταθμίζεται από την ευνοϊκή διαφορά ρυθμού ανάπτυξης-επιτοκίου, που οδηγεί σε κάποια μείωση του λόγου του χρέους για τη ζώνη του ευρώ. Σε σύγκριση µε τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήµατος του Ιουνίου 2020, οι δημοσιονομικές προβολές για τη ζώνη του ευρώ υποδεικνύουν διαμόρφωση του δημοσιονομικού ελλείμματος σε υψηλότερα επίπεδα κατά την περίοδο 2020-21, κυρίως λόγω της χαλαρότερης κατεύθυνσης της δημοσιονομικής πολιτικής όπως προκύπτει από το κυκλικά διορθωμένο αποτέλεσμα. Αυτό αντισταθμίζεται εν μέρει από τη βελτιωμένη κυκλική συνιστώσα και τις κάπως χαμηλότερες πληρωμές τόκων, που αντανακλούν τις ευνοϊκότερες χρηματοπιστωτικές υποθέσεις. Ο λόγος του χρέους έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω κυρίως λόγω της ευνοϊκότερης διαφοράς ρυθμού ανάπτυξης-επιτοκίου.

Πλαίσιο 4
Ανάλυση ευαισθησίας

Οι προβολές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε τεχνικές υποθέσεις που αφορούν την εξέλιξη ορισμένων κρίσιμων μεταβλητών. Δεδομένου ότι κάποιες από τις μεταβλητές αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις προβολές για τη ζώνη του ευρώ, η εξέταση της ευαισθησίας των προβολών σε εναλλακτικές υποθέσεις αποτελεί χρήσιμο στοιχείο για την ανάλυση των κινδύνων που περιβάλλουν τις προβολές.

Σκοπός αυτής της ανάλυσης ευαισθησίας είναι η αξιολόγηση των επιδράσεων από εναλλακτικές πορείες των τιμών του πετρελαίου. Σύμφωνα με τις τεχνικές υποθέσεις του βασικού σεναρίου των προβολών για τις εξελίξεις στις τιμές του πετρελαίου, με βάση τις αγορές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, προβλέπεται αυξητική τάση των τιμών του πετρελαίου, με την τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent να διαμορφώνεται σε περίπου 50 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι έως το 2022. Αναλύονται δύο εναλλακτικές πορείες των τιμών του πετρελαίου. Η πρώτη βασίζεται στο 25ο εκατοστημόριο της κατανομής που παρέχουν οι πυκνότητες πιθανοτήτων όπως υπολογίζονται με βάση τα δικαιώματα προαίρεσης επί των τιμών πετρελαίου στις 18 Αυγούστου 2020, τελευταία ημερομηνία συμπερίληψης στοιχείων για τις τεχνικές υποθέσεις. Αυτή η εξέλιξη συνεπάγεται σταδιακή μείωση της τιμής του πετρελαίου σε 37,1 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι το 2022, δηλαδή 24,5% χαμηλότερα από την υπόθεση του βασικού σεναρίου για το συγκεκριμένο έτος. Με βάση τον μέσο όρο των αποτελεσμάτων διαφόρων μακροοικονομικών υποδειγμάτων των εμπειρογνωμόνων, προκύπτει ότι η πορεία αυτή θα έχει μικρή ανοδική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ (περίπου 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας τόσο το 2021 όσο και το 2022), ενώ ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα είναι χαμηλότερος κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020, κατά 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας το 2021 και κατά 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας το 2022. Η δεύτερη πορεία βασίζεται στο 75ο εκατοστημόριο της ίδιας κατανομής και συνεπάγεται αύξηση της τιμής του πετρελαίου σε 58 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι το 2022, δηλαδή 17,9% υψηλότερα από την υπόθεση του βασικού σεναρίου για το συγκεκριμένο έτος. Αυτή η πορεία συνεπάγεται αύξηση του πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020, κατά 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας το 2021 και κατά 0,2 της ποσοστιαίας μονάδας το 2022, ενώ ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι ελαφρώς χαμηλότερος (κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2021 και το 2022).

Πλαίσιο 5
Προβλέψεις άλλων οργανισμών

Διάφορες προβλέψεις για τη ζώνη του ευρώ διατίθενται τόσο από διεθνείς οργανισμούς όσο και από ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, αυτές οι προβλέψεις δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμες μεταξύ τους ή με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, καθώς έχουν ολοκληρωθεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Βασίζονται επίσης σε διαφορετικές υποθέσεις όσον αφορά την ενδεχόμενη εξάπλωση της πανδημίας COVID-19. Επιπλέον, αυτές οι προβλέψεις χρησιμοποιούν διαφορετικές και εν μέρει αδιευκρίνιστες μεθόδους για την εξαγωγή υποθέσεων σχετικά με τις δημοσιονομικές, χρηματοοικονομικές και εξωτερικές μεταβλητές, συμπεριλαμβανομένων των τιμών του πετρελαίου και άλλων βασικών εμπορευμάτων. Τέλος, υπάρχουν διαφορές στις μεθόδους διόρθωσης ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών μεταξύ των διαφόρων προβλέψεων (βλ. τον πίνακα).

Οι προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ για τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ και για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) βρίσκονται σε γενικές γραμμές εντός των διαστημάτων των πρόσφατων προβλέψεων άλλων οργανισμών και φορέων διενέργειας προβλέψεων του ιδιωτικού τομέα. Η τρέχουσα προβολή για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι υψηλότερη σε σχέση με τις περισσότερες άλλες αντίστοιχες προβλέψεις το 2020 και χαμηλότερη το 2021. Η προβολή για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) είναι πολύ κοντά στις άλλες αντίστοιχες προβλέψεις σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, µε εξαίρεση τα σενάρια του ΟΟΣΑ το 2021.

Σύγκριση πρόσφατων προβλέψεων για τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ και τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) στη ζώνη του ευρώ

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

Πηγές: MJEconomics για το Βαρόμετρο της Ζώνης του Ευρώ, 17 Αυγούστου 2020, τα στοιχεία για το 2022 αντλούνται από την έρευνα του Ιουλίου 2020· Προβλέψεις της Consensus Economics, 14 Αυγούστου 2020, τα στοιχεία για το 2022 αντλούνται από την έρευνα του Ιουλίου 2020· (Ενδιάμεσες) Οικονομικές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Καλοκαίρι 2020· Έρευνα της ΕΚΤ μεταξύ των Επαγγελματικών Φορέων Διενέργειας Προβλέψεων, γ΄ τρίμηνο 2020, η οποία διενεργήθηκε από τις 30 Ιουνίου έως τις 6 Ιουλίου 2020· ΔΝΤ, Economic Outlook 107, Ιούνιος 2020. Double-hit scenario: σενάριο που υποθέτει και δεύτερο, αλλά λιγότερο έντονο κύμα της πανδημίας το δ΄ τρίμηνο του 2020. Single-hit scenario: σενάριο που υποθέτει ότι τα περιοριστικά μέτρα αντιμετωπίζουν με επιτυχία την τρέχουσα εξάπλωση του ιού. Ο πίνακας περιλαμβάνει και τα δύο σενάρια καθώς ο ΟΟΣΑ αποδίδει την ίδια βαρύτητα και στα δύο, χωρίς να καθορίζει ένα και μοναδικό βασικό σενάριο· ΔΝΤ, World Economic Outlook, 24 Ιουνίου 2020.
1) Οι μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ αναφέρουν ετήσιους ρυθμούς αύξησης διορθωμένους ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ αναφέρουν ετήσιους ρυθμούς αύξησης που δεν έχουν διορθωθεί ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών ανά έτος. Άλλες προβλέψεις δεν διευκρινίζουν αν τα στοιχεία που αναφέρουν έχουν διορθωθεί ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών ή όχι. Σε αυτόν τον πίνακα δεν παρουσιάζονται διαστήματα γύρω από τις προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι ο τυπικός υπολογισμός των διαστημάτων (με βάση τα ιστορικά σφάλματα των προβολών), υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν θα παρείχε αξιόπιστη ένδειξη της πρωτοφανούς αβεβαιότητας που περιβάλλει τις τρέχουσες προβολές. Αντιθέτως, προκειμένου να καταδειχθεί καλύτερα η τρέχουσα αβεβαιότητα, στο Πλαίσιο 3 παρουσιάζονται εναλλακτικά σενάρια με βάση διαφορετικές υποθέσεις σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη της πανδημίας COVID-19 και τα συναφή περιοριστικά μέτρα.

© Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2020

Ταχυδρομική διεύθυνση 60640 Frankfurt am Main, Germany
Τηλέφωνο +49 69 1344 0

Δικτυακός τόπος www.ecb.europa.eu

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή για εκπαιδευτικούς και μη εμπορικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή.

Για την ορολογία, μπορείτε να συμβουλευθείτε το γλωσσάριο της ΕΚΤ (διαθέσιμο μόνο στα αγγλικά).

HTML ISSN 2529-4458, QB-CE-20-002-EL-Q

  1. Η τελευταία ημερομηνία που καλύπτουν οι τεχνικές υποθέσεις, π.χ. για τις τιμές του πετρελαίου και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ήταν η 18η Αυγούστου 2020 (βλ. Πλαίσιο 1). Οι μακροοικονομικές προβολές για τη ζώνη του ευρώ οριστικοποιήθηκαν στις 27 Αυγούστου 2020. Οι παρούσες μακροοικονομικές προβολές καλύπτουν την περίοδο 2020-22. Οι προβολές που αφορούν τόσο μεγάλο χρονικό ορίζοντα χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία τους. Βλ. το άρθρο με τίτλο “An assessment of Eurosystem staff macroeconomic projections” που δημοσιεύθηκε στο Μηνιαίο Δελτίο της ΕΚΤ του Μαΐου 2013. Βλ. http://www.ecb.europa.eu/pub/projections/html/index.en.html για μια επεξεργάσιμη έκδοση των στοιχείων στα οποία βασίζονται επιλεγμένοι πίνακες και διαγράμματα.
  2. Η υπόθεση που αφορά τις ονομαστικές αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ βασίζεται στον σταθμισμένο μέσο όρο των αποδόσεων των 10ετών ομολόγων αναφοράς των χωρών, σταθμισμένο ως προς το ετήσιο ΑΕΠ και με επέκταση της σειράς με βάση την προβλεπόμενη εξέλιξη που προκύπτει από την εκτιμώμενη από την ΕΚΤ καμπύλη αποδόσεων κατά την έκδοση όλων των 10ετών ομολόγων χωρών της ζώνης του ευρώ, ενώ η αρχική απόκλιση μεταξύ των δύο σειρών διατηρείται σταθερή στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Οι διαφορές αποδόσεων μεταξύ ομολόγων του Δημοσίου επιμέρους χωρών και του αντίστοιχου μέσου όρου της ζώνης του ευρώ θεωρούνται, βάσει των υποθέσεων, σταθερές στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής.
  3. Η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής μετρείται ως η μεταβολή του κυκλικά διορθωμένου πρωτογενούς δημοσιονομικού αποτελέσματος χωρίς την κρατική στήριξη προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Annexes
10 September 2020